Αύρα ζωής

Και στου σκοτωμένου τον σφυγμό, στο φλας του ασθενοφόρου καθρεφτίζει κάτι απ’ την ηχώ του Θεού στον βυθό του Εωσφόρου.

Στο «Μυστικό Τοπίο» του Διονύση Σαββόπουλου

Αν θα θέλαμε να περιγράψουμε το δράμα του ανθρώπου κάθε εποχής, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε μία μόνο λέξη: μοναξιά. Δεν πρόκειται για την εξωτερική μοναξιά ή μια ψυχολογική κατάσταση, αλλά για την υπαρξιακή μοναξιά της απουσίας του προσώπου του Χριστού, του Ζωοδότη Δημιουργού. Είναι η μοναξιά, την οποία χτίζουμε επιμελώς οι άνθρωποι γύρω από τον εαυτό μας. Μια μοναξιά οντολογική που φτάνει μέχρι τα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι το βύθισμα του ανθρώπου στην αμαρτία, την απουσία νοήματος και ζωής.

Σαν το καμμένο το γήπεδο, σαν το αμόκ της μηχανής σου
μέσα απ’ τnς βιτρίνας τα θρύψαλα ακούω την ψυχή σου.

Σε αυτήν την τραγική κατάσταση της απόλυτης διάλυσης, της συνειδητοποίησης της φθοράς σε όλο της το μεγαλείο, παίρνω μια βαθιά ανάσα με όση πνοή ζωής μου έχει απομείνει και βουβά φωνάζω, για να ακούσει κάποιος τη θλίψη μου και να με τραβήξει από αυτήν τη μαύρη τρύπα του αυτομηδενισμού. Και εκεί, μέσα στο Έρεβος που με κυκλώνει, στο σκοτάδι· εκείνη ακριβώς τη στιγμή της απελπισίας κάτι φαίνεται από μακριά να με προσεγγίζει. Ακούγεται σαν βόμβος και έρχεται μέσα σε μια αύρα ζωής και αναψυχής. Είναι μια απόκοσμη ευλογία, άγνωστη μέχρι πρότινος. Και σιγά-σιγά από βόμβος γίνεται λόγος άναρθρος στην αρχή κι ύστερα έναρθρος και κλήση, κάλεσμα, ζωή, Λόγος αληθινός, ενυπόστατος. Γίνεται πρόσωπο και καταλαβαίνω Ποιον έχω απέναντί μου.

Και στου σκοτωμένου τον σφυγμό, στο φλας του ασθενοφόρου
καθρεφτίζει κάτι απ’ την ηχώ του Θεού στον βυθό του Εωσφόρου.

Και τότε πια συνειδητοποιώ ότι Αυτός είναι που με κρατά στη Ζωή και θέλει να με λούσει με τη Ζωή και τη Χάρη της παρουσίας Του. Αυτός είναι που εισδύει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Κτίσης. Είναι ο Εμμανουήλ, ο Θεός ανάμεσά μας, ο Άκτιστος Δημιουργός. Η αγάπη του άπειρη· δεν γνωρίζει πέρατα, όρια, περιορισμούς. Εισδύει σε όλα τα βάθη των υπάρξεων, εισδύει στον ίδιο τον βυθό του Εωσφόρου. Είναι αύρα ζωής, η αύρα που υπενθύμισε στον Προφήτη Ηλία ότι ο Κύριος είναι παρών. Πάνω που πάω να αναθαρρήσω, πάνω που καταλαβαίνω ότι υπάρχει ακόμη Ζωή, το Χάος γύρω μου, το σκοτάδι με καλεί και πάλι πίσω.

Μου ‘στειλαν μηνύματα οι βιαστικοί σου οι νάνοι
απ’ το παραλήρημα της χώρας σου που αυξάνει.

Τώρα πια καλούμαι να πάρω μια απόφαση. Φτάνει η ώρα της κρίσης μου, της επιλογής μου. Γιατί το παραλήρημα της χώρας μου αυξάνει, η φαντασιακή μου μοναξιά και αυτονόμηση με διεκδικεί. Το σκοτάδι με πνίγει ολοκληρωτικά, ζητά την ίδια τη ζωή μου και η πίεση που μου ασκεί γίνεται πλέον ασφυκτική. Τι θα κάνω τώρα; Τόσα χρόνια στο σκοτάδι βυθισμένος στην απουσία Του υποφέρω, μα τώρα που Τον βρίσκω δεν ξέρω αν θέλω να τον ακολουθήσω. Κακά τα ψέμματα – έχω βολευτεί σε αυτήν την κατάσταση. Δεν μου είναι εύκολο να γκρεμίσω όλη μου την ύπαρξη και να τη χτίσω απ’ την αρχή.

Μες της αυγής το μισόφωτο σβήνω μίλια γραμμένης ύλης
να βρεις τη σελίδα κατάλευκη να μπεις και ν’ ανατείλεις.

Θέλω να ζήσω… Θέλω να γευτώ και πάλι τι πάει να πει ζωή. Κάνω ένα φοβισμένο βήμα προς τα ‘κει που με πηγαίνει η αύρα του… να την αφήσω να με λούσει με τη Δροσιά και το Φως της. Για να αφήσω τον Δημιουργό μου να ανατείλει μέσα μου, να γεμίσει την ύπαρξή μου. Για να εκπληρώσω τον έσχατο πόθο μου, τον πόθο κάθε ανθρώπου.

Για να σ’ αγκαλιάσω με καημό και τόσο να σε νιώσω,
όσο είναι τοπίο μυστικό τούτο εδώ που ποθώ ν’ αποδώσω.

Αύρα ζωής – Α. Βάνιας

(Visited 142 times, 1 visits today)

Σχετικές δημοσιεύσεις