Ευχή πρώτη Εσπερινού Πεντηκοστής (Αγίου Πνεύματος)

«Επίβλεψε εξ ύψους αγίου, όπου βρίσκεσαι Κύριε, τον λαό σου που παρίσταται εδώ και προσμένει το δικό σου πλούσιο έλεος…»

Ἄχραντε, ἀμίαντε, ἄναρχε, ἀόρατε, ἀκατάληπτε, ἀνεξιχνίαστε, ἀναλλοίωτε, ἀνυπέρβλητε, ἀμέτρητε, ἀνεξίκακε Κύριε, ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὁ ποιήσας τὸν οὐρανόν, καὶ τὴν γῆν, καὶ τὴν θάλασσαν, καὶ πάντα τὰ δημιουργηθέντα ἐν αὐτοῖς, ὁ πρὸ τοῦ αἰτεῖσθαι τοῖς πᾶσι τὰς αἰτήσεις παρέχων. Σοῦ δεόμεθα, καὶ σὲ παρακαλοῦμεν, Δέσποτα φιλάνθρωπε, τὸν Πατέρα τοῦ Κυρίου, καὶ Θεοῦ, καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντος ἐκ τῶν οὐρανῶν, καὶ σαρκωθέντος ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς ἀειπαρθένου, καὶ ἐνδόξου, Θεοτόκου. ὃς πρότερον μὲν λόγοις διδάσκων, ὕστερον δὲ καὶ ἔργοις ὑποδεικνύς, ἡνίκα τὸ σωτήριον ὑφίστατο πάθος, παρέσχεν ἡμῖν ὑπογραμμὸν τοῖς ταπεινοῖς, καὶ ἁμαρτωλοῖς, καὶ ἀναξίοις δούλοις σου, δεήσεις προσφέρειν, ἐν αὐχένος καὶ γονάτων κλίσεσιν, ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτημάτων, καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων. Αμόλυντε, ακηλίδωτε, άναρχε, αόρατε, ακατάληπτε, ανεξιχνίαστε, αναλλοίωτε, ανυπέρβλητε, αμέτρητε, ανεξίκακε Κύριε· ο μόνος αθάνατος· εσύ που σε φως κατοικείς απρόσιτο· εσύ που δημιούργησες τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και όλα όσα δημιουργήθηκαν σε αυτά. Εσύ που, πριν ακόμα σου ζητηθεί, όλων τα αιτήματα εκπληρώνεις. Σε εσένα δεόμαστε και εσένα παρακαλούμε, Δέσποτα, φιλάνθρωπε, τον Πατέρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού· εκείνου που για εμάς τους ανθρώπους και για τη δική μας σωτηρία κατήλθε εκ των Ουρανών και σαρκώθηκε με την επενέργεια του Πνεύματος του Αγίου και από την Μαρία την αειπάρθενο και ένδοξο Θεοτόκο. Αυτός ο οποίος, αφού δίδαξε πρώτα μεν με λόγια, ύστερα δε και με έργα· όταν το σωτήριο πάθος υφίστατο, παράδειγμα παρέσχε σε εμάς, τους ταπεινούς και αμαρτωλούς και αναξίους δούλους σου, πώς δεήσεις να προσφέρουμε, με του αυχένα και των γονάτων την κάμψη, υπέρ των δικών μας αμαρτημάτων και των του λαού αγνοημάτων.
Αὐτὸς οὖν, πολυέλεε καὶ φιλάνθρωπε, ἐπάκουσον ἡμῶν, ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἐπικαλεσώμεθά σε  ἐξαιρέτως δέ, ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ τῆς Πεντηκοστῆς, ἐν ᾗ, μετὰ τὸ ἀναληφθῆναι τὸν Κύριον ἡμῶν, Ἰησοῦν Χριστὸν εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ καθεσθῆναι ἐν δεξιᾷ σοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, κατέπεμψε τὸ ἅγιον Πνεῦμα ἐπὶ τοὺς ἁγίους αὐτοῦ μαθητὰς καὶ Ἀποστόλους, ὃ καὶ ἐκάθισεν ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες τῆς ἀκενώτου χάριτος αὐτοῦ, καὶ ἐλάλησαν ἑτέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖά σου, καὶ προεφήτευσαν. Νῦν οὖν δεομένων ἐπάκουσον ἡμῶν, καὶ μνήσθητι ἡμῶν τῶν ταπεινῶν, καὶ κατακρίτων, καὶ ἐπίστρεψον τὴν αἰχμαλωσίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν, τὴν οἰκείαν συμπάθειαν ἔχων ὑπὲρ ἡμῶν πρεσβεύουσαν. Δέξαι ἡμᾶς προσπίπτοντάς σοι, καὶ βοῶντας τό, Ἡμάρτομεν. Ἐπὶ σὲ ἐπεῤῥίφημεν ἐκ μήτρας, ἀπὸ γαστρὸς μητρὸς ἡμῶν, Θεὸς ἡμῶν σὺ εἶ, ἀλλ’ ὅτι ἐξέλιπον ἐν ματαιότητι αἱ ἡμέραι ἡμῶν, γεγυμνώμεθα τῆς σῆς βοηθείας, ἐστερήμεθα ἀπὸ πάσης ἀπολογίας. Ἀλλὰ θαῤῥοῦντες τοῖς οἰκτιρμοῖς σου, κράζομεν. Αυτός λοιπόν πολυέλεε και φιλάνθρωπε, εισάκουε τις ικεσίες μας, οποτεδήποτε και αν σε επικαλούμαστε, ιδίως δε την ημέρα αυτήν, της Πεντηκοστής, κατά την οποία, αφού ανελήφθη ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός στους Ουρανούς, και κάθισε στα δεξιά σου, του Θεού και Πατρός, κατέπεμψε το Άγιο Πνεύμα στους αγίους αυτού μαθητές και Αποστόλους, το Οποίο και κάθισε πάνω σε ένα έκαστο αυτών και πλημμύρισαν άπαντες με την αδαπάνητη Χάρη αυτού, και διαλάλησαν σε άγνωστες γλώσσες τα μεγαλεία σου, και προφήτευσαν. Τώρα λοιπόν, που σε παρακαλούμε, επάκουσέ μας, και θυμήσου εμάς τους ταπεινούς και αξιοκατακρίτους, και ελευθέρωσε από την αιχμαλωσία τις ψυχές μας, εσύ που την ίδια τη δική σου προς εμάς συμπάθεια έχεις, να συνηγορεί υπέρ μας. Δέξου μας τώρα που προσπίπτουμε ενώπιόν σου και αναβοούμε το: «Αμαρτήσαμε. Σε εσένα ανήκουμε εκ μήτρας· από τότε που γεννηθήκαμε στις γαστέρες των μητέρων μας, Θεός μας εσύ είσαι. Αλλ’ επειδή δαπανήθηκαν οι ημέρες μας στη ματαιότητα, γυμνωθήκαμε από τη βοήθειά σου, στερηθήκαμε κάθε υπεράσπιση. Αλλά, λαμβάνοντας θάρρος λόγω των οικτιρμών σου, ανακράζουμε.
Ἁμαρτίας νεότητος ἡμῶν, καὶ ἀγνοίας μὴ μνησθῇς, καὶ ἐκ τῶν κρυφίων ἡμῶν καθάρισον ἡμᾶς. Μὴ ἀποῤῥίψῃς ἡμᾶς εἰς καιρὸν γήρως, ἐν τῷ ἐκλείπειν τὴν ἰσχὺν ἡμῶν, μὴ ἐγκαταλίπῃς ἡμᾶς, πρίν ἡμᾶς εἰς τὴν γῆν ἀποστρέψαι, ἀξίωσον πρὸς σὲ ἐπιστρέψαι, καὶ πρόσχες ἡμῖν ἐν εὐμενείᾳ καὶ χάριτι. Ἐπιμέτρησον τὰς ἀνομίας ἡμῶν τοῖς οἰκτιρμοῖς σου, ἀντίθες τὴν ἄβυσσον τῶν οἰκτιρμῶν σου, τῷ πλήθει τῶν πλημμελημάτων ἡμῶν. Ἐπίβλεψον ἐξ ὕψους ἁγίου σου, Κύριε, ἐπὶ τὸν λαόν σου τὸν περιεστῶτα, καὶ ἀπεκδεχόμενον τὸ παρὰ σοῦ πλούσιον ἔλεος, ἐπίσκεψαι ἡμᾶς ἐν τῇ χρηστότητί σου, ῥῦσαι ἡμᾶς ἐκ τῆς καταδυναστείας τοῦ Διαβόλου, ἀσφάλισαι τὴν ζωὴν ἡμῶν τοῖς ἁγίοις καὶ ἱεροῖς νόμοις σου, Ἀγγέλῳ πιστῷ φύλακι παρακατάθου τὸν λαόν σου, πάντας ἡμᾶς συνάγαγε εἰς τὴν Βασιλείαν σου, δὸς συγγνώμην τοῖς ἐλπίζουσιν ἐπὶ σέ, ἄφες αὐτοῖς καὶ ὑμῖν τὰ ἁμαρτήματα, καθάρισον ἡμᾶς τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος, διάλυσον τὰς καθ’ἡμῶν μηχανὰς τοῦ ἐχθροῦ. Τις αμαρτίες που διαπράξαμε από τη νεότητά μας και την άγνοιά μας μην τις θυμηθείς, και από τα πιο κρύφια πάθη μας καθάρισέ μας. Μην μας αφήσεις τον καιρό του γήρατος· όταν χάνεται η δύναμή μας, μην μας εγκαταλείψεις. Προτού μέσα στη γη να επιστρέψουμε, αξίωσέ μας να επιστρέψουμε σε σένα και δέξου μας με επιείκεια και με τη Χάρη σου. Ζύγισε τις ανομίες μας με μέτρο την ευσπλαχνία σου. Αντιπαράβαλε την άβυσσο της ευσπλαχνίας σου στο πλήθος των πλημμελημάτων μας. Επίβλεψε εξ ύψους αγίου, όπου βρίσκεσαι Κύριε, τον λαό σου που παρίσταται εδώ, και προσμένει το δικό σου πλούσιο έλεος. Επισκέψου μας με την καλοσύνη σου, λύτρωσέ μας από την καταδυνάστευση του Διαβόλου, διασφάλισε τη ζωή μας με τους αγίους και ιερούς σου νόμους. Σε φύλακα άγγελο πιστό απόθεσε τον λαό σου. Όλους εμάς στη Βασιλεία σου σύναξέ μας. Συγχώρησε εκείνους που ελπίζουν σε εσένα. Απάλλαξε αυτούς και εμάς από τα αμαρτήματά μας, καθάρισέ μας με την επενέργεια του Αγίου σου Πνεύματος, διάλυσε τις εναντίον μας μηχανορραφίες του εχθρού.
© Απόδοση στη Νεοελληνική: v.a.k. (2017)
(Visited 380 times, 1 visits today)

Σχετικές δημοσιεύσεις