Παραβολή Τελώνου και Φαρισαίου

Η υποκρισία είναι η βαθιά αίσθηση της αυτοτέλειάς μου, της ατομικής μου αυτοδυναμίας, της δύναμης και της ικανότητάς μου.

Η υποκρισία είναι η βαθιά αίσθηση της αυτοτέλειάς μου, της ατομικής μου αυτοδυναμίας, της δύναμης και της ικανότητάς μου. Της συνείδησής μου ότι η σωτηρία είναι κάτι το οποίο μου ανήκει, είναι κάτι δικό μου. Αυτή η σωτηρία μου προσφέρεται, επειδή φέρω μια αξιακή κατηγορία αντάξια αυτής της σωτηρίας. Τέτοιες κατηγορίες είναι το να είμαι φιλάνθρωπος, νηστευτής, δίκαιος, υπάκουος, προσεκτικός σε κάθε πτυχή της ζωής μου. Την στιγμή, όμως, εκείνη ο Θεός και η παρεχόμενη από αυτόν σωτηρία γίνεται κομμάτι της δικής μου ατομικής αυτονομίας. Για τον Φαρισαίο που κρύβουμε όλοι μέσα μας είναι σκάνδαλο ένας ληστής να κερδίζει τον παράδεισο. Είναι σκάνδαλο ένας πόρνος και ένας άσωτος να γεύονται το τραπέζι του ουράνιου Πατέρα. Με ποια ηθική, με ποια αξία, με ποια σωστή συμπεριφορά, με ποια αρετή, με ποιο κεκτημένο δικαίωμα;

Η παραβολή Τελώνου και Φαρισαίου μας ανοίγει την προοπτική ότι η αλήθεια μέσα στην ζωή μας δεν εξαρτάται από κάποια αρετή ή από κάποια αξία που μπορεί να φέρουμε. Η αλήθεια μέσα μας προσδιορίζεται απλά και μόνο από μια δήλωση που φανερώνει όλο τον εσωτερικό μας κόσμο. Από μια δήλωση ειλικρίνειας και εσωτερικού προσδιορισμού. «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Η φράση αυτή δεν έχει αναγνώριση, δεν έχει δικαίωμα, δεν περιέχει αρετή, ούτε καν την ταπείνωση ως μια αφηρημένη διατύπωση ενός γλυκανάλατου λόγου. Η φράση εμπεριέχει μια καρδιά διψασμένη για την παρουσία Του, διψασμένη για την αλήθεια και την ζωή που φέρει Αυτός. Είναι η δήλωση άρσης του αυτονομισμού μου και της αυτοτέλειάς μου. Ό,τι και να κάνω ό,τι και να πω, ό,τι και να πράξω, όλα μοιάζουν μηδαμινά, τιποτένια. Δεν υπάρχω για να σε ευαρεστώ, για να κάνω πράγματα που σου αρέσουν, υπάρχω για να σε συναντώ. Σε έχω ανάγκη. Σε χρειάζομαι. Εσύ δεν αλλάζεις, δεν επηρεάζεσαι από τις επιλογές μου, δεν μεταβάλλεις την αγάπη σου, δεν αλλάζεις την συμπεριφορά σου. Εγώ αλλάζω και εγώ επιλέγω και εγώ αποφασίζω αν θα απομακρυνθώ ή αν θα σε βρω. Για να σε βρω δεν μπορώ να κρυφτώ πίσω από επιφανειακές αρετές, αλλά να μεταβάλω την κατεύθυνση της καρδιάς μου.

«Διά τήν ἀλήθειαν ἐστίν ἡ ἀρετή καί οὐχί διά τήν ἀρετήν ἡ ἀλήθεια»

Αυτό είπε ο Μάξιμος ο Ομολογητής. Και ήταν ακριβώς αυτό: Η ζωή μου αληθεύει από τον Χριστό, μέσα από τη σχέση μαζί Του και οι αρετές δεν έρχονται ως κατορθώματα, αλλά ως εκφράσεις της κοινωνίας μαζί Του. Ο Τελώνης ανοίγει την δίοδο της καρδιάς του προς τον Χριστό, την οντολογική του ύπαρξη και συνείδηση, ενώ ο Φαρισαίος την κλείνει περιμένοντας να του αποδοθεί η επιβράβευση του δίκαιου κόπου του. Σίγουρα και οι δύο δεν ξέρουν αυτόν τον Πατέρα. Δεν τον νιώθουν, δεν τον καταλαβαίνουν. Δεν έχουν την αίσθηση της ζωντανής σχέσης μαζί Του. Ο Φαρισαίος τον νιώθει σαν κτητικό του δικαίωμα. Τον βιώνει ως γεγονός κατοχής, ως γεγονός ατομικής ιδιοκτησίας. Ο Τελώνης απο την άλλη έχει επίγνωση αυτής της απώλειας, έχει γνώση της απουσίας Του. Καταλαβαίνει ότι κάτι του λείπει, ότι δεν ζει με πληρότητα, αντιλαμβάνεται το κενό. Η απουσία πάντα μπορεί να γίνει η πρώτη φανέρωση της παρουσίας Του, η πρώτη φανέρωση της ανάγκης της δικής Του ύπαρξης. Αυτή είναι η μόνη δικαίωση, την οποία μπορεί να λάβει ο άνθρωπος από τον Θεό. Η βαθιά συναίσθηση του κενού του και της ατέλειωτης αδυναμίας του.

«Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ».

Παραβολή Τελώνου και Φαρισαίου – Ι.Κ. Νικηφόρου

(Visited 270 times, 1 visits today)

Σχετικές δημοσιεύσεις